Κυριακή 26.06.2022

Τραπεζικές συναλλαγές και οδήγηση µπορεί να δείξουν άνοια

Sally Deng/The New York Times

Το να μάθει κανείς εάν θα εμφανίσει άνοια -ανησυχία που ταλανίζει πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα εκείνους με οικογενειακό ιστορικό- απαιτεί εξειδικευμένες ιατρικές εξετάσεις. Μήπως όμως η καθημερινή συμπεριφορά, όπως η παράλειψη ορισμένων πληρωμών της πιστωτικής κάρτας ή το τακτικό φρενάρισμα κατά τη διάρκεια της οδήγησης, μπορεί να προβλέψει αν όντως κάποιος διατρέχει αυτόν τον κίνδυνο;

Το ενδεχόμενο αυτό διερευνά μια σειρά πειραμάτων που βρίσκονται σε εξέλιξη, τα οποία αντικατοπτρίζουν την όλο και πιο έντονη συνειδητοποίηση ότι οι παθολογικές συμπεριφορές που υποκρύπτουν τον κίνδυνο άνοιας μπορεί να κάνουν την εμφάνισή τους χρόνια ή ακόμη και δεκαετίες πριν την εκδήλωση των συμπτωμάτων.

Τέτοιες προσπάθειες θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εντοπισμό πιθανών εθελοντών για κλινικές δοκιμές, λένε οι ερευνητές, και να βοηθήσει στην προστασία των ηλικιωμένων με αρχές άνοιας από οικονομικές παρεκτροπές και άλλους κινδύνους.

Τα τελευταία χρόνια, πολλά αρχικά υποσχόμενα φάρμακα για την αντιμετώπιση της άνοιας, ιδιαίτερα της Νόσου Αλτσχάιμερ, απογοήτευσαν κατά τις κλινικές δοκιμές. Ο λόγος πιθανότατα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι τα φάρμακα χορηγούνται πολύ αργά ώστε να έχουν αποτέλεσμα. Ο πρώιμος εντοπισμός της νόσου, όταν η βλάβη στον εγκέφαλο είναι περιορισμένη, θα μπορούσε να οδηγήσει στη σύσταση μιας “δεξαμενής” δυνητικών συμμετεχόντων με “προκλινική” νόσο Αλτσχάιμερ, οι οποίοι θα μπορούσαν να δοκιμάσουν προληπτικά μέτρα αντιμετώπισης ή θεραπείες.

Θα μπορούσαν, επίσης, να έχουν καλύτερη καθημερινότητα. “Θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους να είναι σε θέση να οδηγούν περισσότερα χρόνια, και θα είχαμε ασφαλέστερους δρόμους”, αναφέρει ως παράδειγμα η Bayat.

Προς το παρόν, η αναζήτηση ηλικιωμένων που είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν τη νόσο Αλτσχάιμερ ή άλλες μορφές άνοιας διενεργείται κυρίως στο πλαίσιο ερευνών, όπου οι ασθενείς μαθαίνουν ότι διατρέχουν κίνδυνο μέσω ενός συνδυασμού γενετικών εξετάσεων, οσφυονωτιαίας παρακέντησης ή τομογραφίας (PET) που έχουν στόχο την ανίχνευση πλακών αμυλοειδούς στον εγκέφαλο, καθώς και μέσω ερωτηματολογίων που αφορούν το οικογενειακό ιστορικό τους.

Για να µάθετε τι πιθανότητες έχετε να αποκτήσετε άνοια –κάτι το οποίο αποτελεί πηγή ανησυχίας για πολλούς και ιδιαίτερα για εκείνους που έχουν οικογενειακό ιστορικό–, χρειάζονται ιατρικές εξετάσεις. Τι θα γινόταν, όµως, αν η καθηµερινή συµπεριφορά, όπως η αθέτηση πληρωµών πιστωτικών καρτών ή το άσκοπο φρενάρισµα κατά τη διάρκεια της οδήγησης, µπορούσε να προβλέψει τον πιθανό κίνδυνο;

“Το ζητούμενο είναι να βρούμε αυτούς τους ανθρώπους αρκετά νωρίς ώστε να παρέμβουμε και να αποτρέψουμε ή να καθυστερήσουμε την εμφάνιση της νόσου”, λέει η Emily Largent, ερευνήτρια ιατρικής δεοντολογίας και πολιτικής υγείας στο Penn Memory Center της Φιλαδέλφειας, το οποίο αναλαμβάνει πολλές τέτοιου είδους μελέτες.

Σύμφωνα με τη Largent, αναπτύσσονται και άλλοι τρόποι προγνωστικής διάγνωσης, όπως οι μη συνταγογραφούμενες εξετάσεις αίματος για την πρωτεΐνη Τ, που αποτελεί έναν ακόμη βιοδείκτη της νόσου Αλτσχάιμερ, αλλά χρειάζονται ακόμη χρόνια έρευνας.

Έτσι, απομένουν οι γνωστές μέθοδοι που είναι είτε επεμβατικές, όπως η οσφυονωτιαία παρακέντηση, είτε ακριβές, όπως η τομογραφία PET. Προσεγγίσεις που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο μεγάλων ομάδων ανθρώπων. “Δεν είναι διαθέσιμες παντού”, λέει η Bayat. “Δεν είναι ούτε πολύ προσιτές ούτε για μεγάλο αριθμό ατόμων”, προσθέτει.

Ωστόσο, μια συσκευή GPS σε ένα αυτοκίνητο θα μπορούσε να παρακολουθεί την οδηγική συμπεριφορά ενός ανθρώπου σχεδόν ανά πάσα στιγμή με χαμηλό κόστος, παρέχοντας τους λεγόμενους ψηφιακούς βιοδείκτες. “Μελέτες έχουν δείξει αλλαγές στην οδηγική συμπεριφορά ανθρώπων με συμπτώματα Αλτσχάιμερ”, λέει και η Bayat και προσθέτει: “Όμως, ορισμένες αλλαγές παρατηρούνται πολύ νωρίτερα”.

Στη μελέτη του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον συμμετείχαν 64 ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας με προκλινική νόσο Αλτσχάιμερ, όπως έδειξε η οσφυονωτιαία παρακέντηση (τα αποτελέσματα δεν κοινοποιήθηκαν στους συμμετέχοντες) και 75 ακόμη που κρίθηκαν ως γνωστικά φυσιολογικοί.

Επί έναν χρόνο, οι ερευνητές μετρούσαν την οδηγική απόδοση των δύο ομάδων -ήτοι πόσο συχνά επιτάχυναν ή φρέναραν απότομα, εάν κινούνται πολύ πάνω ή κάτω από το όριο ταχύτητας, εάν έκαναν απότομες κινήσεις- αλλά και το “περιβάλλον οδήγησης” (αριθμός διαδρομών, μέση απόσταση, μοναδικούς προορισμούς, νυχτερινή οδήγηση). “Μόνο σήμερα, που έχουμε αυτές τις τεχνολογίες, μπορούμε να κάνουμε τέτοιου είδους έρευνες”, λέει η Bayat.

Η μελέτη διαπίστωσε ότι με βάση την οδηγική συμπεριφορά και την ηλικία θα μπορούσε να προβλεφθεί η εμφάνιση της Νόσου Αλτσχάιμερ σε προκλινικό στάδιο στο 88% των περιπτώσεων. Αυτά τα ευρήματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη διεξαγωγή κλινικών δοκιμών που θα επιτρέπουν παρεμβάσεις -όπως η ειδοποίηση του οδηγού για την ολίσθηση του αυτοκινήτου- ώστε να βοηθήσουν τους οδηγούς να διατηρήσουν την πορεία τους. Σε περιοχές με ανεπαρκή δημόσια συγκοινωνία (που είναι και οι περισσότερες), αυτό θα μπορούσε να αυξήσει την ανεξαρτησία των ηλικιωμένων ανθρώπων.

Ο Δρ Jason Karlawish, γηρίατρος και συνδιευθυντής στο Penn Memory Center, χαρακτήρισε τη μελέτη “προκλητική” και άρτια σχεδιασμένοι. “Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η παρακολούθηση της γνωστικά έντονης συμπεριφοράς σε πραγματικές συνθήκες μπορεί να ανιχνεύσει τα πρώιμα, ανεπαίσθητα σημάδια της επικείμενης γνωστικής εξασθένησης”, αναφέρει μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Ομοίως, μια μελέτη που ανέλυσε τα ιατρικά αρχεία και τα στοιχεία χρηματοπιστωτικών συναλλαγών περισσότερων από 80.000 δικαιούχων του προγράμματος δημόσιας υγείας Medicare των ΗΠΑ έδειξε ότι οι ηλικιωμένοι που διαγνώσθηκαν τελικά με Αλτσχάιμερ είναι πολύ πιο πιθανό να καθυστερούν τις πληρωμές των πιστωτικών καρτών τους από εκείνους με παρόμοια δημογραφικά χαρακτηριστικά αλλά χωρίς ανάλογη διάγνωση. Ήταν επίσης πιο πιθανό να θεωρηθούν ως άτομα με πιστοληπτική ικανότητα υψηλού κινδύνου.

“Αφορμή γι’ αυτή τη μελέτη ήταν οι ιστορίες στις οποίες τα μέλη μιας οικογένειας ανακαλύπτουν ότι ένας συγγενής τους πάσχει από άνοια λόγω μιας οικονομικής καταστροφής, όπως η κατάσχεση ενός σπιτιού”, λέει η LaurenNicholas, επικεφαλής συγγραφέας και οικονομολόγος υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Κολοράντο. “Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος για τον εντοπισμό ασθενών που κινδυνεύουν”, σημειώνει.

Στην Ιαπωνία, ερευνητές ανέπτυξαν ένα εργαλείο μηχανικής μάθησης (machinelearning) που ελέγχει τις τηλεφωνικές συνομιλίες για ενδείξεις της Νόσου Αλτσχάιμερ σε προκλινικό στάδιο. Χρησιμοποιώντας ηχογραφήσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων πέρυσι, συνέκριναν τα φωνητικά χαρακτηριστικά υγιών ασθενών -ποιότητα ήχου, ένταση και παύσεις- με αυτά ασθενών με Αλτσχάιμερ και διαπίστωσαν ότι τα μοντέλα τους μπορούσαν να προβλέψουν τη γνωστική κατάσταση των ασθενών.

Επίσης, ερευνητές της IBM εντόπισαν αυξημένο κίνδυνο γνωστικής εξασθένησης σε γραπτά τεστ, διαπιστώνοντας ότι τα μοτίβα λέξεων και η χρήση τους προέβλεπαν μελλοντικές διαγνώσεις της νόσου Αλτσχάιμερ. Κάποια από αυτά τα ευρήματα μπορεί, μια μέρα, να χρησιμοποιηθούν για πρώιμους ελέγχους.

Ωστόσο, τέτοιες προσεγγίσεις εγείρουν ανησυχίες σχετικά με το προσωπικό απόρρητο. “Δεν πειράζει τον κόσμο το γεγονός ότι μια τράπεζα ή μια εταιρεία ασφάλισης αυτοκινήτων κοινοποιεί αυτές τις πληροφορίες;” ρωτήθηκε η Largent. “Ουσιαστικά οι πληροφορίες αυτές αξιοποιούνται ως ιατρικές πληροφορίες από ανθρώπους που δεν είναι ιατροί”, λέει.

Στο Penn Memory Center, όπου οι πληροφορίες αξιοποιούνται όντως από επαγγελματίες υγείας, “ορισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν γνωστικά προβλήματα, μετά τη διεξαγωγή κλινικών εξετάσεων, λένε ότι θα ήθελαν να παρακολουθούνται”, λέει, “άλλοι το βρίσκουν απίστευτα παρεμβατικό”.

Οι ειδικοί επί της βιοηθικής ταλανίζονται χρόνια τώρα από ερωτήματα σχετικά με το αν πρέπει να ενημερώνονται οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν μια τρομαχτική ασθένεια για την οποία δεν υπάρχει, ακόμη, αποτελεσματική θεραπεία. Μελέτες έχουν δείξει ότι σε ερευνητικό περιβάλλον, τα αποτελέσματα μπορούν να γνωστοποιηθούν με ασφάλεια και αποτελεσματικά. Αλλά, οι φόβοι ότι μπορεί να οδηγήσουν σε διακρίσεις και σιγματισμό παραμένουν.

Ακόμη και με τη χρήση καθιερωμένων βιοδεικτών όπως ο εντοπισμός πλακών αμυλοειδούς στις τομογραφίες PET, αυτά τα πρώιμα ευρήματα δεν είναι οριστικά, και οι ερευνητές δυσκολεύονται να ενημερώσουν τους ασθενείς. “Η ύπαρξη αυτών των παραγόντων κινδύνου δεν είναι απαραίτητη”, εξηγεί η Largent. Τα άτομα με αυξημένο αμυλοειδές έχουν υψηλότερο κίνδυνο, αλλά μπορεί να μην εμφανίσουν γνωστική εξασθένηση, ενώ άτομα χωρίς αυξημένο αμυλοειδές μπορούν εντούτοις να εμφανίσουν άνοια.

Ωστόσο, η Largent επισημαίνει: “Γενικά πιστεύω ότι η γνώση αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι χρήσιμη στους ανθρώπους”.

Στο πλαίσιο μιας σειράς μελετών, η Largent εξέτασε τι συμβαίνει όταν οι πιθανότητες άνοιας αποκαλύπτονται σε ασθενείς και στις οικογένειές τους. Διαπίστωσε ότι περίπου το 1/3 των ασθενών ανταποκρίνονται στις πληροφορίες αλλάζοντας τη συμπεριφορά τους, σχεδιάζοντας νομικά και οικονομικά θέματα ή κάνοντας άλλες προετοιμασίες. “Επικαιροποιούν τις διαθήκες τους, αφήνουν οδηγίες, ασκούνται περισσότερο”, λέει.

Ο 68χρονος Paul Gondek, που ζει στη Φιλαδέλφεια και διδάσκει κοινωνική ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Drexel, επέλεξε να μάθει αν διατρέχει κίνδυνο πριν από δύο χρόνια, συμμετέχοντας ως εθελοντής σε πολλές μελέτες του PennMemoryCenter. Η Νόσος Αλτσχάιμερ τείνει να έχει οικογενειακή κληρονομικότητακ αι, έχοντας παρακολουθήσει την αργή εξέλιξη της νόσου στην μητέρα του, ήξερε ότι είχε περισσότερες πιθανότητες να την εμφανίσει και ο ίδιος.

Προς ανακούφιση του Gondek, η τομογραφία PET έδειξε ότι δεν είχε αυξημένες ποσότητες αμυλοειδούς στον εγκέφαλό του. Επίσης, η αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει έδειξε ότι οι πιθανότητες να εμφανίσει Αλτσχάιμερ μέχρι την ηλικία των 85 ετών ήταν περίπου 19% – ποσοστό υψηλότερο από το 11% που ισχύει για τον γενικό πληθυσμό, αλλά χαμηλότερο από αυτό που φοβόταν.

Εάν υπήρχαν άλλοι πρώιμοι δείκτες, μέσω της οδηγικής ή άλλης συμπεριφοράς, και ήταν αξιόπιστοι, λέει, “θα ήθελα να τους χρησιμοποιήσω. Προτιμώ να ξέρω”.
* H Paula Span είναι δηµοσιογράφος.

Πηγή: Capital.gr, το άρθρο πρωτοδηµοσιεύτηκε στις 23 Αυγούστου 2021, στους “The New York Times”. 

 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ