Κυριακή 23.01.2022

Τι κρύβουν τα σενάρια των «τριπλών εκλογών»

ΟΛΩΣ τυχαίως, σε μια εκλογολογία που ούτως ή άλλως σέρνεται με το ζόρι, παρεισέφρησε και μια νέα παράμετρος, προερχόμενη κατευθείαν από το Μαντείο των Δελφών: Oταν γίνουν εκλογές, λέει, θα γίνουν και… τρίτες εκλογές, μετά τις δύο αναμενόμενες (έχουν ήδη εξαγγελθεί επισήμως).

Γράφει ο Μπάμπης Παπαπαναγιώτου

ΑΥΤΟ το σενάριο, μάλιστα, «αποδίδεται» σε «κυβερνητικές πηγές». Και επίσης, όλως τυχαίως, έτυχε ευρύτατης αναπαραγωγής από ΜΜΕ τα οποία ενισχύουν με μεγάλη θέρμη την εκλογολογία. Εγκυρες πηγές της στήλης είναι απολύτως κατηγορηματικές ότι ο Κ. Μητσοτάκης δεν συζητά καν σενάρια επαναλαμβανόμενων εκλογών. Αντιθέτως, επιμένει σε δύο αποφάσεις: 1. Οι εκλογές να γίνουν στη διάρκεια της 4ης χρονιάς (2023) της θητείας της κυβέρνησης. 2. Να επιδιωχθεί η αυτοδυναμία «εντός του εκλογικού κύκλου». Ο εκλογικός κύκλος περιλαμβάνει μόνο δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Δεδομένου ότι η επίτευξη αυτοδυναμίας με την απλή αναλογική είναι εξαιρετικά απίθανη, οι δεύτερες εκλογές με το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής, που ψηφίστηκε στην αρχή της θητείας της κυβέρνησης, είναι σχεδόν αναπόφευκτες.

ΜΠΟΡΕΙ ο Κ. Ζαχαριάδης να προσπάθησε να σαρκάσει το σενάριο των «τρίτων εκλογών» γράφοντας στο twitter «σενάριο τριπλών εκλογών στο όνομα της σταθερότητας! Αν δεν προκύψει σε 3η κάλπη θα πάμε σε 4η, 5η;», αλλά «προδόθηκε» από τη ζέση με την οποία τα προσκείμενα στον ΣΥΡΙΖΑ ΜΜΕ αγκάλιασαν αυτό το σενάριο. Το οποίο -ω του θαύματος!- δεν είχε ως αφετηρία κάποιο ΜΜΕ που στηρίζει τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ.

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ έναν ολόκληρο χρόνο πριν από τις πρώτες εκλογές, με άγνωστο το αποτέλεσμα και των πρώτων και των δεύτερων εκλογών, δεν είναι «αθώο» το σενάριο των «τριπλών εκλογών». Κατ’ αρχάς «καίει» ολοσχερώς το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ περί «προοδευτικής διακυβέρνησης». Αφού για να γίνουν τρίτες εκλογές πρέπει να έχει αποτύχει ο σχηματισμός κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή, όμως, είναι «παράπλευρη απώλεια». Το πιο σημαντικό είναι άλλο: Ανομολόγητα, αλλά σαφέστατα, αυτό το σενάριο προεξοφλεί ότι η Ν.Δ. δεν θα σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση ούτε στις δεύτερες εκλογές της ενισχυμένης αναλογικής. Και σχεδόν ανοιχτά καλλιεργεί από τώρα «σενάρια χάους και ακυβερνησίας», τα οποία δημιουργούν αίσθηση αποσταθεροποίησης. Τα οποία με τη σειρά τους, από τώρα, επιδιώκουν να ασκήσουν πίεση για κυβέρνηση συνεργασίας. Αραγε με ποιον; Με τον ΣΥΡΙΖΑ; Με τον Ν. Ανδρουλάκη; Με τον Κ. Βελόπουλο, ή με κάτι που δεν υπάρχει τώρα;

ΕΠΙΜΕΛΩΣ αποφεύγεται να δοθεί απάντηση σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα, γιατί είναι προφανές ότι σχεδόν οποιαδήποτε απάντηση -πλην μίας-γελοιοποιεί αυτόματα το ίδιο το σενάριο. Η μόνη απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί και να έχει στοιχειώδη σοβαρότητα -στην εντελώς υποθετική και εξωπραγματική με τα σημερινά δεδομένα περίπτωση- είναι η συνεργασία της Ν.Δ. με το ΚΙΝ.ΑΛ./ΠΑΣΟΚ του Ν. Ανδρουλάκη. Ο Κ. Μητσοτάκης είναι απόλυτα κατηγορηματικός ότι επιδιώκει την αυτοδυναμία με βασικό δίλημμα «αταξία ή τάξη – εμένα ή τον Τσίπρα». Ο Ν. Ανδρουλάκης, αν και ολιγόλογος, έχει καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να γίνει συμπλήρωμα κανενός κόμματος, καθώς και ότι επιδιώκει πρωταγωνιστικό ρόλο για το κόμμα του. Κάτι που δεν είναι στη σφαίρα του απίθανου μετά από 4-5χρόνια. Καθώς αν καταφέρει να διατηρήσει την ελπίδα που δημιούργησε με την εκλογή του, τότε μπορεί βάσιμα να ελπίζει πως αν στις πρώτες εκλογές καταγράψει ένα ποσοστό της τάξεως του 13-15% με έναν ΣΥΡΙΖΑ πέριξ του 20%, μπορεί κάλλιστα στις δεύτερες εκλογές να γίνει αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Καθώς είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την πέμπτη συνεχόμενη ήττα του κι με ένα ποσοστό γύρω στο 20%, δεν δημιουργεί καμία προσδοκία εξουσίας. Γεγονός που είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε περαιτέρω φυλλορρόημα ενός ήδη φθίνοντος κόμματος.

ΠΟΙΟΝ εξυπηρετούν, λοιπόν, τα σενάρια των «τριπλών εκλογών» ή και των -γιατί όχι- «οκταπλών εκλογών»; Εξυπηρετούν μόνο όσους θέλουν μια αποδυναμωμένη κυβέρνηση κι έναν πιο αδύναμο πρωθυπουργό, προκειμένου να αυξήσουν τη διαπραγματευτική θέση τους. Εξυπηρετούν, επίσης, εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις οι οποίες ξέρουν από τώρα ότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και ψάχνουν κάποιο τρόπο να «χωθούν» σε κάποιο κυβερνητικό σχήμα συνεργασίας, στο οποίο όλο και θα περισσεύει κάποιο τιμάριο εξουσίας. Ομορφα σενάρια, που όμορφα καίγονται…

ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΝΟΗΣΙΑ

Τα σχολεία άνοιξαν σε όλη την Ευρώπη και χθες άνοιξαν και στην Ελλάδα. Ανοιξαν με τον καλύτερο τρόπο και το καλύτερο πρωτόκολλο; Μεγάλη συζήτηση, από την οποία λείπουν ακόμα δεδομένα και στοιχεία. Αρα, η τελική κρίση θα γίνει στην ώρα της.

Υπάρχουν, όμως, ήδη δύο μετρήσιμα δεδομένα, τα οποία είναι σημαντικά: 1. Εν όψει του ανοίγματος των σχολείων έγιναν 1.600.000 δωρεάν τεστ σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Πρόκειται για το μεγαλύτερο testing που έχει γίνει ποτέ και το οποίο δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να ληφθούν άμεσα μέτρα ανάσχεσης όπου εντοπίζεται πρόβλημα. Πολύτιμη βάση δεδομένων στα χέρια της Πολιτείας και σημαντικό όπλο στη μάχη κατά της πανδημίας. 2. Εντοπίστηκαν, επίσης, πάνω από 15.000 κρούσματα -τα οποία βεβαίως πρέπει να επιβεβαιωθούν και με rapid τεστ-, τα οποία κάτω από άλλες συνθήκες θα κυκλοφορούσαν κανονικά στην κοινότητα μεταδίδοντας ανεξέλεγκτα τον ιό. Με τον πολύ μεγάλο δείκτη μεταδοτικότητας που υπάρχει, σχετικά εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει πόσες δεκάδες (ή και εκατοντάδες;) χιλιάδες άνθρωποι θα μπορούσαν να μολυνθούν.

Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί προφανώς δεν κόλλησαν στα μέχρι χθες κλειστά σχολεία. Αλλά αν δεν είχαν εντοπιστεί θα μετέδιδαν και στα ανοιχτά σχολεία, όπως μετέδιδαν μέχρι προχθές στην ευρύτερη κοινότητα. Είναι αυτός λόγος για να πανηγυρίζει κανείς; Ασφαλώς όχι. Κάθε κρούσμα, κάθε παιδί φορέας του ιού είναι πρόβλημα. Ακόμα κι εν μέσω της πανδημίας. Αλλά είναι κανονική ανοησία και πολιτική ανευθυνότητα να υποτιμάται και να υπονομεύεται ΚΑΙ αυτή η δυνατότητα που προέκυψε.

Γιατί καταντά εντελώς φαιδρή η γραμμή «όχι στα ανοιχτά σχολεία – όχι στην τηλεκπαίδευση». Η οποία αντικαταστάθηκε από την εξίσου προβληματική γραμμή «κλειστά σχολεία» με κακή (όπως τη χαρακτηρίζουν) τηλεκπαίδευση – «μεγάλο αδελφό»…

Η «ΛΑΙΜΗΤΟΜΟΣ» Γ. ΛΟΥΛΗΣ

Ο Γ. Λούλης παραμένει ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο. Η επαγγελματική ιδιότητά του του έχει επιτρέψει να υπάρξει σύμβουλος και του Κ. Καραμανλή και του Α. Τσίπρα, αλλά και άλλων. Αυτό δεν είναι αθέμιτο. Επαγγελματίας είναι. Οι απόψεις του όμως, ειδικά από τη στιγμή που διεκδικεί -και έχει- δημόσιο λόγο, κρίνονται αλλιώς. Κρίνεται, π.χ., η άποψη του 2000 ότι η Ν.Δ. ήταν «ένα φθαρμένο προϊόν», που οδήγησε στη «θεωρία»-κενολογία του «μεσαίου χώρου» και του «ώριμου φρούτου». Οπως κρίνεται και η άποψή του, του 2018, ότι «ο Α. Τσίπρας είναι εδώ για να μείνει – είναι δρομέας αντοχής». Μια άποψη που, μετά τις εκλογές του 2019, ίσως ήταν αυτή που τον έφερε σε ρόλο συμβούλου του Α. Τσίπρα.

Το ειδύλλιο Τσίπρα-Λούλη έληξε άδοξα, υπό την πίεση της «Ομπρέλας» και των ακραιφνών αριστερών, οι οποίοι είδαν στο πρόσωπο του συμβούλου τον δούρειο ίππο της αλλοίωσης της φυσιογνωμίας του κόμματος. Ομως ο Γ. Λούλης είχε αρκετούς μήνες που έβλεπε και άκουγε «από τα μέσα». Που έβλεπε και συνομιλούσε κατ’ ιδίαν με τον Α. Τσίπρα. Αρα, ήξερε από πρώτο χέρι και τι γινόταν στην Κουμουνδούρου, αλλά και τις πιο προσωπικές σκέψεις του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπ’ αυτήν -και μόνο- την έννοια, έχει αξία, και μάλιστα βαρύνουσα, η άποψη που εξέφρασε δημοσίως. Ότι, δηλαδή, «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταπιεί τον Τσίπρα» και ότι είναι ένα κόμμα με «μέτρια ή κάτω του μετρίου στελέχη», καθώς και ότι είναι ένα κόμμα που «απωθεί». Κάπως έτσι η «αγάπη έγινε δίκοπο μαχαίρι» και ο Γ. Λούλης «λαιμητόμος»…

 

Πηγή: Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ