Σάββατο 29.08.2026

Παρέμβαση Αρείου Πάγου για οπαδική βία: Ταυτοποιήστε δράστες, τρέξτε δικογραφίες, επιβάλετε αυστηρές ποινές

Η δολοφονία του Άλκη Καμπανού και το στίγμα της οπαδικής βίας προκάλεσε τα αντανακλαστικά του Αρείου Πάγου.

Με εγκύκλιό του, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ζαχαρίας Κοκκινάκης καλεί τους εισαγγελείς όλης της χώρας να βρίσκονται σε εγρήγορση και να εξαντλούν κάθε δικονομική δυνατότητα για την πρόληψη και τη δραστική αντιμετώπιση εγκλημάτων βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις ή με αθλητικό υπόβαθρο.

Ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός, ο οποίος είναι αρμόδιος για θέματα αθλητισμού, δίνει σαφείς οδηγίες για το πώς θα πρέπει να είναι η δικονομική μεταχείριση των υπαιτίων και βάζει στο κάδρο των ερευνώμενων αδικημάτων ακόμα και αυτό της εγκληματικής οργάνωσης, όταν αυτά τελούνται από πολλούς δράστες.

Με αφορμή τη δολοφονία του 19χρονου Άλκη στην περιοχή Χαριλάου της Θεσσαλονίκης, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου τονίζει ότι «ενόψει των μέτρων περιορισμού του αριθμού των φιλάθλων στους αθλητικούς χώρους, η τέλεση εγκλημάτων βίας με αθλητικό υπόβαθρο έχει μεταφερθεί εκτός των αθλητικών χώρων, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, δράστες με “οπαδικά” κίνητρα ή επικαλούμενοι τέτοια κίνητρα, διαπράττουν σοβαρά εγκλήματα κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών, ληστείες, παραβάσεις του νόμου περί όπλων, ναρκωτικών».

Χαρακτηρίζει επιτακτική ανάγκη τη «δραστική αντιμετώπιση αυτής της μορφής εγκληματικότητας», ώστε να μη μένουν «ορφανές» τέτοιου είδους δικογραφίες και να μην καταλήγουν στο αρχείο αγνώστων δραστών.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο κ. Κοκκινάκης ζητεί από τους συναδέλφους του να προχωρούν στην άμεση ταυτοποίηση των δραστών και αν μεν πρόκειται για πλημμελήματα να ακολουθείται η αυτόφωρη διαδικασία και να παραπέμπονται αμέσως στο εδώλιο, ενώ αν πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο με περισσότερους δράστες να ερευνάται αν η αξιόποινη συμπεριφορά τους οδηγεί σε εγκληματική οργάνωση.

Αυστηρές ποινές

Ο κ. Κοκκινάκης τονίζει ότι συνιστά επιβαρυντική περίσταση η διάπραξη ανάλογων αδικημάτων από τους δράστες στο παρελθόν, να μην αναστέλλεται η ποινή τους και να μην τους δίνεται η δυνατότητα ούτε για παροχή κοινωφελούς εργασίας και να απαγορεύεται στους δράστες η παρακολούθηση αθλητικών εκδηλώσεων από δύο έως πέντε χρόνια.

Για την άμεση και παραδειγματική τιμωρία των υπαιτίων ο κ. Κοκκινάκης επισημαίνει ότι η εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων θα πρέπει να γίνεται τάχιστα μέσα σε διάστημα 30 ημερών, ενώ η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης.

Λέσχες φιλάθλων

Ειδική μνεία κάνει ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου στις αποκαλούμενες «λέσχες φιλάθλων», οι οποίες λειτουργούν παράνομα. Εφόσον λειτουργούν χωρίς την άδεια της αστυνομίας, επισημαίνει ο κ. Κοκκινάκης, οι υπεύθυνοι τιμωρούνται με βάση τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.

Κι αυτό γιατί, όπως σημειώνει ο εισαγγελέας: «Έχει παρατηρηθεί ότι ομάδες δραστών ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων βίας, τελουμένων από “οπαδικά” κίνητρα, ή με επίφαση αθλητικό υπόβαθρο, έχουν ενταχθεί “ως φίλαθλοι” σε λέσχες φιλάθλων, ενώ γραφεία και εντευκτήρια, λειτουργούντα προφανώς παράνομα, αποτελούν “ορμητήρια” των δραστών αυτών για την τέλεση τέτοιων πράξεων και χώρους απόκρυψης όπλων».

Έρευνα στην Αθήνα

Παράλληλη έρευνα με εκείνην της Θεσσαλονίκης με εφόδους σε γραφεία αθλητικών συνδέσμων στην Αθήνα ξεκίνησε μετά από παραγγελία του αθλητικού εισαγγελέα Κώστα Σπυρόπουλου προς τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές. Στο πλαίσιο της έρευνας θα διακριβωθεί εάν έχουν τελεστεί και στην Αθήνα τυχόν αδικήματα αθλητικής βίας ή συναφών αυτής αξιόποινες πράξεις.

Ακολουθεί ολόκληρη η εγκύκλιος του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη.

«Με αφορμή τα πρόσφατα περιστατικά έξαρσης της βίας με αθλητικό υπόβαθρο και ενόψει ότι η βία, ως κοινωνικό πρόβλημα, βρίσκει στο χώρο του αθλητισμού πρόσφορο έδαφος εκδήλωσης της, ανεξάρτητα από τα αίτια που την προκαλούν, επισημαίνονται τα ακόλουθα, στο πλαίσιο των κατά το άρθρο 24 παρ. 5 Ν. 1756/1988 αρμοδιοτήτων μας:

Ως γενική αρχή, επιβάλλεται, στο πλαίσιο της λειτουργικής σας αρμοδιότητας για την τήρηση της νομιμότητας και την προστασία των πολιτών και η δική σας υπερβάλλουσα εγρήγορση και σημαντική συμβολή, με εξάντληση κάθε δικονομικής δυνατότητας, για την πρόληψη και την δραστική αντιμετώπιση εγκλημάτων βίας με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις ή με αθλητικό υπόβαθρο, με την προσήκουσα εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, των νόμων περί αθλητισμού και των λοιπών ειδικών ποινικών νόμων. Ειδικότερα:

Α) Στο άρθ. 41 ΣΤ’ Ν. 2725/1999, (όπως τροποποιήθηκε και αντί καταστάθηκε ακολούθως, ήδη δε με το άρθ. 14 Ν. 4809/2021), τυποποιούνται (παρ. 1 και 2) τα εγκλήματα βίας, με αφορμή αθλητικές εκδηλώσεις ή αθλητικό υπόβαθρο, παράλληλα δε περιέχονται στο άρθρο αυτό δικονομικές διατάξεις αναφορικά με την εκδίκαση αυτών. Επισημαίνονται ιδιαίτερα και εφιστούμε την προσοχή σας στην εφαρμογή τους: 1) Των ουσιαστικών διατάξεων: α) της παρ. 3, κατά την οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση η τέλεση των εγκλημάτων που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους από ιδιαίτερα επικίνδυνο δράστη, όπως η ιδιότητα αυτή ορίζεται στην εν λόγω διάταξη (κατά την οποία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνος και ο δράστης που έχει τελέσει στο παρελθόν τέτοια αδικήματα), β) της παρ. 4, κατά την οποία θεωρείται ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση, η τέλεση των εγκλημάτων που προσδιορίζονται στη διάταξη αυτή και προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2, γ) της παρ. 4Α, κατά την οποία συνιστούν επιβαρυντικές περιπτώσεις η τέλεση των ανωτέρω εγκλημάτων υπό τις αναφερόμενες στη διάταξη προϋποθέσεις, δ) της παρ. 6 περί μη μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής (ούτε σε παροχή κοινωφελούς εργασίας) και μη αναστολής αυτής και ε) της παρ. 7α, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση καταδίκης για τις ως άνω πράξεις επιβάλλεται υποχρεωτικά, για χρονικό διάστημα δύο έως πέντε ετών στο δράστη απαγόρευση προσέλευσης και παρακολούθησης αθλητικών εκδηλώσεων, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη αυτή. 2) Των προβλεπόμενων στην παρ. 8 δικονομικών διατάξεων. Συγκεκριμένα, κατά τη ρητή πρόβλεψη του νόμου για την εκδίκαση των προβλεπομένων στο άρθρο αυτό εγκλημάτων εφαρμόζεται υποχρεωτικά η διαδικασία των άρθ. 418 επ. ΚΠΔ και οι σχετικές υποθέσεις εκδικάζονται εντός τριάντα (30) ημερών, εκτός αν πρόκειται για τις εξαιρέσεις της παρ. 9 (ελαφρά πλημμελήματα διαιτητών ή αθλητών κατά τη συμμετοχή τους στην αθλητική συνάντηση), ενώ η προθεσμία για την άσκηση έφεσης και η άσκηση έφεσης δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης.

Β) Με την παρ. 10 του ανωτέρω άρθρου προβλέπεται η εφαρμογή των προαναφερθεισών (στοιχ. Α’) διατάξεων των παρ. 4Α, 6, 7 και 8 του εν λόγω άρθρου, των αξιόποινων συμπεριφορών που περιγράφονται σ’ αυτή, ακόμη και όαν δεν συνδέονται με συγκεκριμένη αθλητική εκδήλωση, όταν έχουν σαφή αθλητική αναφορά ή αθλητικό υπόβαθρο, που ανάγεται σε αντιπαλότητα μεταξύ οπαδών αθλητικών ομάδων.

Γ) Έχει θεσπιστεί ως ιδιαίτερη αξιόποινη συμπεριφορά (παρ. 6 του ως άνω άρθρου), η παρότρυνση, υποκίνηση, ενθάρρυνση ή διευκόλυνση με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως δημόσια, ή δια του τύπου ή διαδικτύου, των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, από μεμονωμένα άτομα ή οργανωμένες ομάδες. Επιβάλλεται η απαρέγκλιτη εφαρμογή της διάταξης αυτής, σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοια αξιόποινη συμπεριφορά, τελούμενη από οποιονδήποτε (παράγοντες Π.Α.Ε. ή άλλων σωματείων, συνδέσμους φιλάθλων ή άλλους), με τις οριζόμενες κατά τα ανωτέρω δικονομικές ρυθμίσεις, ενόψει μάλιστα ότι αφορά στην πρόληψη των προαναφερόμενων εγκλημάτων, αλλά και άλλων σοβαρών εγκλημάτων βίας που σχετίζονται με αυτά. Ομοίως επιβάλλεται η προσήκουσα αξιολόγηση κάθε άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς που συμβάλλει στην αθλητική βία (χειραγώγηση αθλητικών αγώνων κ.ο.κ.).

Δ) Με το άρθ. 41 Β’ Ν. 2725/1999, όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 12 Ν. 4809/2021, προβλέπονται οι «λέσχες φιλάθλων» καθώς και η υποχρέωση των οικείων αθλητικών σωματείων ή Α.Α.Ε. να ασκούν με εκπρόσωπό τους εποπτεία και έλεγχο στις λέσχες που έχουν αναγνωρίσει σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παρ. 3., καθώς επίσης προβλέπεται η δυνατότητα των λεσχών να έχουν γραφεία ή εντευκτήρια, ύστερα από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, η οποία προβαίνει υποχρεωτικά στη σφράγιση κάθε χώρου που, χωρίς την ανωτέρω άδεια, στεγάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη λειτουργία γραφείων, ή εντευκτηρίων λέσχης. Τέλος, προβλέπεται ότι όποιος λειτουργεί τα ως άνω γραφεία ή εντευκτήρια χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, ή παραβιάζει τη σφραγίδα που έθεσε η αστυνομική αρχή στους χώρους αυτούς, τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται από το άρθρο 178 του Π.Κ. Έχει παρατηρηθεί ότι ομάδες δραστών ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων βίας, τελουμένων από «οπαδικά» κίνητρα, ή με επίφαση αθλητικό υπόβαθρο, έχουν ενταχθεί «ως φίλαθλοι» σε λέσχες φιλάθλων, ενώ γραφεία και εντευκτήρια, λειτουργούντα προφανώς παράνομα, αποτελούν «ορμητήρια» των δραστών αυτών για την τέλεση τέτοιων πράξεων και χώρους απόκρυψης όπλων. Ενόψει τούτων παρακαλούμε για τον έλεγχο της νομιμότητας λειτουργίας των ως άνω γραφείων, εντευκτηρίων και άλλων χώρων, την εφαρμογή των προβλεπόμενων κυρώσεων και την διερεύνηση τέλεσης εγκλημάτων που διώκονται αυτεπάγγελτα, καθώς και τη διακρίβωση των στοιχείων των υπαιτίων (φυσικών αυτουργών ή συνεργών). Είναι αυτονόητο ότι ο ανωτέρω έλεγχος πρέπει να γίνεται συστηματικά και όχι μόνο σε περιπτώσεις ακραίας εγκληματικής βίας.

Ε) Τέλος, είναι γνωστό ότι, ενόψει των μέτρων περιορισμού του αριθμού των φιλάθλων στους αθλητικούς χώρους, η τέλεση εγκλημάτων βίας με αθλητικό υπόβαθρο έχει μεταφερθεί εκτός των αθλητικών χώρων, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, δράστες με «οπαδικά» κίνητρα ή επικαλούμενοι τέτοια κίνητρα, διαπράττουν σοβαρά εγκλήματα κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών, ληστείες, παραβάσεις του νόμου περί όπλων, ναρκωτικών κ.ο.κ. Η δραστική αντιμετώπιση αυτής της μορφής εγκληματικότητας είναι επιτακτική ανάγκη, προς τούτο δε επισημαίνονται τα εξής: 1) Επιβάλλεται η εξάντληση κάθε νόμιμου δικονομικού μέσου πρωτίστως για την διακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας και τη σύλληψη των δραστών, ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι περιπτώσεις θέσης στο «αρχείο αγνώστων δραστών» δικογραφιών με τέτοια εγκλήματα. Τούτο, αφενός μεν θα αποτρέψει τη συνέχιση της εγκληματικής συμπεριφοράς των δραστών αυτών, αφετέρου δε θα αποθαρρύνει όμοια συμπεριφορά άλλων. 2) Ο χειρισμός των σοβαρών, κατά την κρίση του Διευθύνοντος την Εισαγγελία, δικογραφιών, να ανατίθεται σε έμπειρους εισαγγελικούς λειτουργούς, για την προσήκουσα νομική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Σημειώνεται ότι κατά τη νομική αυτή αξιολόγηση, εφόσον πρόκειται για δράστες που δρούν κατά ομάδες και οργανωμένα, πρέπει να διερευνάται κατά περίπτωση η τυχόν τέλεση ακόμη και των εγκλημάτων που προβλέπονται στο άρθ. 187 ΓΊ.Κ. και 3) Είναι επιβεβλημένη η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στην περίπτωση πλημμελημάτων, εφόσον συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, η εκδίκαση των υποθέσεων σε σύντομο χρόνο και η άσκηση προσήκουσας εποπτείας στην εκτέλεση των ποινών που επιβάλλονται».

Πηγή: iefimerida.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ