Κυριακή 26.06.2022

Νάντια Γιαννακοπούλου: Με την Κυβερνητική διάταξη, δεν λύνεται το πρόβλημα της βραδύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης

Αθήνα, 21 Ιουνίου 2022

Με την Κυβερνητική διάταξη, δεν λύνεται το πρόβλημα της βραδύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης

Στην Ολομέλεια της Βουλής απευθύνθηκε η Ειδική Αγορήτρια του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, κατά την συζήτηση του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/713 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και λοιπές επείγουσες διατάξεις.

Στην ομιλία της η κα. Γιαννακοπούλου κατέδειξε τη σπουδαιότητα του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα, καθώς και ότι οι όποιες αλλαγές του θα πρέπει να γίνονται ύστερα από διαβούλευση σε επιστημονικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο και με ουσιαστικό κοινωνικό αντίκτυπο.

Στην συνέχεια η Ειδική Αγορήτρια του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, ανέλυσε το υπό συζήτηση σχέδιο νόμου. Συγκεκριμένα για την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκή Οδηγίας τόνισε:

«Η συγκεκριμένη οδηγία έπρεπε να είχε μεταφερθεί ήδη στο ελληνικό Δίκαιο. Τα κρούσματα απάτης που σχετίζονται με πιστωτικές κάρτες και ηλεκτρονικές αγορές πολλαπλασιάζονται με ταχείς ρυθμούς.

Οι δόλιες αυτές τεχνικές όχι μόνο χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση εγκληματικών ομάδων αλλά υπονομεύουν την ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, καθώς οι πολίτες διστάζουν περισσότερο να πραγματοποιήσουν ηλεκτρονικές αγορές. Πρέπει να υπάρξει πάταξη αυτού του φαινομένου της εποχής μας και να μη χωρεί καμία εκμετάλλευση νομικών κενών.

Το αδίκημα είναι σημαντικό, εξελίσσεται διαρκώς, έχει λάβει νέες μορφές και λόγω της τεχνολογίας καταφέρνει να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τους νομοθετικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς. Ωστόσο, η νομοθεσία πρέπει να αντιμετωπιστεί με την αναγκαία σοβαρότητα, πράγμα που μέχρι σήμερα δε γίνεται.»

Αναφορικά με την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικά στο Άρθρο 346 για το αδίκημα της «εκδικητικής πορνογραφίας», επισήμανε:

«Όσον αφορά την προσθήκη στο άρθρο 346 του Ποινικού Κώδικα. Μια νέα ορολογία, που εδώ και λίγους μήνες, μπήκε στο λεξιλόγιό μας και μας απασχόλησε, νομικούς και μη. Είναι ένα φαινόμενο το οποίο, έχει επικρατήσει με περιγραφές ως “εκδικητική πορνογραφία” (revenge porn). Αν και η κυριολεκτική ονομασία είναι “σεξουαλική κακοποίηση μέσω διαδικτύου”, αφού πρόκειται για συγκεκριμένη πορνογραφία (είτε με φωτογραφίες είτε με ηχογραφήσεις είτε με βιντεοσκοπήσεις) χωρίς τη συναίνεση του προσώπου, όταν εκτίθεται δημοσίως.

Στην ελληνική έννομη τάξη, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές, η “σεξουαλική κακοποίηση μέσω διαδικτύου” δεν είχε ποινικοποιηθεί ως αυτοτελές αδίκημα, αλλά αντιμετωπιζόταν από τον συνδυασμό επιμέρους αστικών και ποινικών διατάξεων, καθώς και με προσφυγή στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Το κύριο όπλο που είχε κανείς για να αντιμετωπίσει ποινικά τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη είναι η διάταξη του άρθρου 38 Ν. 4624/2019, η οποία αποτελεί ειδική ποινική διάταξη.

Σήμερα, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης, η άνευ συγκατάθεσης κοινολόγηση οπτικοακουστικού υλικού ερωτικού περιεχομένου, διευκολύνεται σημαντικά. Οπότε κάθε μέριμνα, για την αναχαίτιση και καταπολέμηση αυτού του είδους προσβολής της γενετήσιας ζωής, μας βρίσκει θετικούς.

Διότι είναι ο διασυρμός, οι ψυχολογικές συνέπειες, το όνειδος, η λοιδορία, ο κοινωνικός αποκλεισμός που νιώθουν τα θύματα της μη συναινετικής πορνογραφίας τέτοιος που χρειάζεται να υπάρχει μια πάρα πολύ στιβαρή και σοβαρή απάντηση του πολιτικού συστήματος απέναντι σε αυτό το φαινόμενο το οποίο έχει θύματα κατά κύριο λόγο γυναίκες -όχι μόνο γυναίκες, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία είναι γυναίκες.

Πρέπει να δοθεί ένα μήνυμα από αυτήν εδώ την Αίθουσα ότι καμία γυναίκα, κανένα θύμα της μη συναινετικής πορνογραφίας, αλλά και γενικότερα κακοποίησης, σεξουαλικής κακοποίησης, δεν είναι μόνο. Κανείς και καμία δεν είναι μόνος.»

Σχετικά με την τροποποίηση του Άρθρου 349 της Ποινικής Δικονομίας, που έχει προκαλέσει έντονές αντιδράσεις στον νομικό κόσμο, η κα. Γιαννακοπούλου είπε:

«Κύριε Υπουργέ, συμφωνούμε όλοι ότι το τεράστιο πρόβλημα στο χώρο της ελληνικής δικαιοσύνης ονομάζεται «καθυστέρηση στην απονομή της».

Εθελοτυφλείτε, εάν όντως πιστεύετε, ότι με τη διάταξη αυτή, λύνετε ή έστω συμβάλλετε σημαντικά στην επίλυση του προβλήματος της βραδύτητας στην απονομή της Δικαιοσύνης. Σας καλούμε να λάβετε υπόψη σας τις επικρατούσες συνθήκες και αν δώσετε βάρος στις ελλείψεις αιθουσών, στην έλλειψη επαρκούς αριθμού δικαστικών λειτουργών και δικαστικών υπαλλήλων, στην βελτίωση των υποδομών και πολλών άλλων σημαντικών προβλημάτων.

Εδώ και μία εβδομάδα, όλοι οι Δικηγόροι πανελλαδικώς αντιδρούν για την εν λόγω τροποποίηση. Σήμερα, βρίσκονται σε αποχή από τα Ποινικά Ακροατήρια. Η Ένωση Δικαστών κι Εισαγγελέων, τοποθετήθηκε στην ακρόαση των φορέων και είπε πως η συγκεκριμένη τροποποίηση αποτελεί μια αναποτελεσματική διάταξη που έρχεται να προστεθεί στις δεκάδες διατάξεις που δήθεν επιλύουν το ζήτημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης και δεν λαμβάνει υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και κυρίως στα μεγάλα δικαστήρια της χώρας στο Εφετείο της Αθήνας, στο Εφετείο της Θεσσαλονίκης, στο Πρωτοδικείο της Αθήνας.

Η εισαγωγή μιας τέτοιας διάταξης είναι καταφανώς ενάντια στα δικαιώματα του κατηγορουμένου, στα όσα ορίζει έως τώρα ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και κυρίως το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ. Το κάθε Δικαστήριο στερείται της ικανότητας να κρίνει εάν όντως υπάρχει λόγος για αναβολή, το ίδιο δικαστήριο που θα εισέλθει στη συνέχεια στην ουσίας της υπόθεσης και θα αποφανθεί επ’ αυτής.»

Τέλος η υπεύθυνη του ΚΤΕ Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, αναφέρθηκε και στην υγειονομική κατάσταση των Δικαστηρίων την οποία είχε επισημάνει στον Υπουργό με την κατάθεση σχετικής αναφοράς.

«Κύριε Υπουργέ, για ποιο ενδιαφέρον μιλάτε και μας κουνάτε το δάχτυλο;

Την Παρασκευή σας κατέθεσα αναφορά σχετικά με την ανακοίνωση των δικαστικών υπαλλήλων της Αθήνας, οι οποίοι απέχουν από την εργασία τους από τις 17/6/2022 και μέχρι να δοθεί λύση, σχετικά με το μείζον θέμα της καθαριότητας που έχει προκύψει στις Δικαστικές Υπηρεσίες της Αττικής και έρχεται να προστεθεί στη γενικότερη στάση αδιαφορίας της κυβέρνησης για το σύνολο των θεμάτων που σχετίζονται με τις κτιριακές υποδομές όλης της χώρας.»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ