Δευτέρα 23.05.2022

Η Ελλάδα, η Τουρκία, οι Αμερικανοί και μια δύσκολη εξίσωση

ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ ΤΑ ΒΛΕΠΩ…

Γιώργος Χρ. Παπαχρήστος

Τι πρέπει να κάνει η Αθήνα μετά την ψήφιση της αμυντικής συμφωνίας αλλά και την επαναπροσέγγιση της Ουάσιγκτον με την Αγκυρα

Η ψήφιση από τη Βουλή της νέας ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας, έρχεται σε μια δύσκολη περίοδο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.  Οχι μόνο γιατί παρουσιάζει ορισμένα κενά, όπως για παράδειγμα τι θα ισχύσει σε περίπτωση επίθεσης κράτους-μέλους της βορειοατλαντικής συμμαχίας εναντίον μας (για την Τουρκία ο λόγος) άλλα και γιατί ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με την απόφαση της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν να άρει μερικώς το εμπάργκο προς την Τουρκία, αναβαθμίζοντας τον στόλο των πολεμικών της αεροσκαφών F-16.

Η κυβέρνηση, χωρίς να έχει την παραμικρή ευθύνη γι’ αυτό, βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο να απολογείται για μια απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης, η οποία εκ των πραγμάτων έχει να κάνει με τον αυξημένο ρόλο  της Τουρκίας στην περιοχή.

Οσο κι αν δεν μας αρέσει, δεν αρέσει ακόμη και σε εκείνους που δεν κινούνται κατ΄ανάγκην στο χώρο των εθνικιστών, η Τουρκία είναι για τις Ηνωμένες Πολιτείες ο στρατηγικός εταίρος που δεν θέλουν με τίποτε  να χάσουν τώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία φανερώνει  τις εγγενείς αδυναμίες της ρωσικής πολεμικής μηχανής.

Αυτό δεν αλλάζει, όσες φορές κι αν ο πρόεδρος Ερντογάν δείξει την ανοχή ή την συμπάθειά του προς τη Μόσχα. ΤΟ ΝΑΤΟ δεν αντέχει στην ιδέα, ότι η Τουρκία θα μπορούσε να εγκαταλείψει τη συμμαχία και πολύ περισσότερο ότι θα προσδενόταν στο άρμα της Ρωσίας. Και επειδή τώρα, στην παγκόσμια σκακιέρα τα πράγματα έχουν γίνει περισσότερο σαφή, είναι προφανές ότι με την απόφαση της, η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν αναγνωρίζει τον σημαντικό ρόλο που έχει η Τουρκία, ως προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ έναντι της Ρωσίας.

Είναι τόσο απλή η ανάγνωση της απόφασης Μπάϊντεν. Οπως είναι επίσης εμφανές αντίστοιχα, ότι μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να την ανατρέψει, να την διορθώσει ή ακόμη και να την κάνει πιο “ήπια”  η ελληνική κυβέρνηση. Οχι μόνο γιατί δεν ερωτάται, και ούτε επρόκειτο να ερωτηθεί ποτέ, ακόμη κι αν στην πρωθυπουργία δεν βρισκόταν ο Κυρ. Μητσοτάκης, άλλα ο ίδιος ο  κύριος… Μπάϊντεν. Γιατί η άρση του εμπάργκο προς την Τουρκία, έστω και μερικώς, είναι μια απόφαση υπαγορευμένη από το βαθύ κράτος της Ουάσιγκτον, αυτό που αναλύει τα δεδομένα  του σήμερα και χαράσσει στρατηγική δεκαετίας ή και δεκαετιών.

Αυτό που θα μπορούσε ίσως να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, η οποία τρώει τώρα πολύ “ξύλο” αδίκως και με αρκετές δόσεις υποκρισίας και  λαϊκισμού από την αξιωματική αντιπολίτευση, θα ήταν να επιδιώξει  η αναβάθμιση  του στόλου των F-16  να μην έχει επιπτώσεις  στο status qwo του Αιγαίου. Πως μπορεί όμως να γίνει αυτό; Να επιβληθεί, ας πούμε, στην Τουρκία να μην μετέχουν τα αναβαθμισμένα F-16 στις αερομαχίες που προκαλεί η τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο; Δύσκολο. Έως και αδύνατον. Γιατί πλην των άλλων απαιτεί και μηχανισμό επιτήρησης.

Αυτή είναι και η εξίσωση που καλείται να λύσει η ελληνική διπλωματία, πριν την επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Λευκό Οίκο, την επόμενη εβδομάδα.

Δεν είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρει. Ως εκ τούτου, ας επιχειρήσει τουλάχιστον ο πρωθυπουργός, να καλυφθεί δια ρητής αναφοράς από τον αμερικανό πρόεδρο, ότι οι ΗΠΑ  αναγνωρίζουν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο, και δεν θα αφήσουν εμπράκτως  δε, να αμφισβητηθούν από κανένα. Εδώ που έχει οδηγηθεί η κατάσταση είναι ίσως το καλύτερο που θα μπορούσε να επιτύχει η ελληνική διπλωματία.

Πηγή: in.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ