Μια από τις πρώτες μελέτες που εξέτασε εάν η ανθρώπινη απιστία σχετίζεται με γενετικούς παράγοντες διεξήχθη το 2004. Η ερευνητική ομάδα μελέτησε περισσότερα από 1.600 ζεύγη δίδυμων γυναικών και τις απαντήσεις τους σε μια ανώνυμη έρευνα που αξιολογούσε την απιστία, τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων κατά τη διάρκεια της ζωής τους και τη στάση τους απέναντι στην απιστία. Η απιστία προσδιορίστηκε ως η σεξουαλική επαφή με κάποιον άλλο εκτός του συζύγου ή του συντρόφου, ενώ ήταν παντρεμένος ή ζούσε με τον εν λόγω σύντροφο.

Όπως διαπιστώθηκε, στα μονοζυγωτικά δίδυμα άτομα το 21% των ατόμων ανέφεραν ότι ήταν άπιστοι στους συντρόφους τους, ενώ στα διζυγωτικά, το 23% ανέφερε κάποια απιστία. Οι εκτιμήσεις αυτές συνάδουν με τις εκτιμήσεις του γενικού πληθυσμού σχετικά με την απιστία. Ενδιαφέρον  παρουσιάζει η διαπίστωση ότι το ένα δίδυμο άτομο είχε περίπου μιάμιση φορά περισσότερες πιθανότητες να είναι άπιστο, εάν το έτερο δίδυμο άτομο (όσον αφορά τα μονοζυγωτικά) είναι επίσης άπιστο. Όταν προσαρμόστηκαν παράγοντες, όπως ο αριθμός των σεξουαλικών συντρόφων και η ηλικία, οι συγγραφείς εκτίμησαν ότι το 41% της διακύμανσης της απιστίας σε αυτό το δείγμα οφειλόταν σε γενετικούς παράγοντες.

Επιπλέον, σε αυτό το δείγμα, ο αριθμός των ερωτικών συντρόφων είχε εκτίμηση κληρονομικότητας 38%, γεγονός που υποδηλώνει ότι αυτό το ποσοστό της διακύμανσης στον αριθμό των ερωτικών συντρόφων οφειλόταν στη γενετική.
Ως προς τον ρόλο των γονιδίων, μια τρίτη μελέτη από το 2010 σε φοιτητές συμπέρανε ότι η παραλλαγή του γονιδίου του υποδοχέα της ντοπαμίνης D4 σχετίζεται με μεγαλύτερη πιθανότητα να έχει κάποιος σχέσεις της μιας βραδιάς , καθώς και με μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι άπιστος σε μια σχέση, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες. Αν και τα άτομα με αυτή τη γενετική παραλλαγή έδειξαν επίσης ισχυρότερες αντιδράσεις «επιθυμίας» σε ερεθίσματα όπως το φαγητό και το αλκοόλ σε προηγούμενες έρευνες, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι αυτή η γενετική παραλλαγή δε σημαίνει απαραίτητα ότι αυτά τα άτομα θα εμφανίσουν αυτές τις τάσεις στην συμπεριφορά.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με την ειδικό, οι παραπάνω έρευνες υποδηλώνουν ότι η απιστία έχει ισχυρό γενετικό υπόβαθρο. Ωστόσο, δεν υποδηλώνουν ότι η συμπεριφορά μας καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τα γονίδιά μας, αλλά μάλλον υποδεικνύουν ότι ένα μέρος της διακύμανσης της άπιστης συμπεριφοράς μπορεί να αποδοθεί σε γενετικές επιρροές.

Πηγή: Ygeiamou.gr