Τα βασικά στοιχεία του παραμυθιού είναι η κακομεταχείριση την οποία υφίσταται η νεαρή και πανέμορφη Σταχτοπούτα από τη μητριά και τις δύο ετεροθαλείς αδελφές της (από προηγούμενο γάμο της μητριάς της), η παρέμβαση ενός υπερφυσικού παράγοντα που σπεύδει προς υπεράσπισή της και η αντιστροφή της τύχης της χάρη στον γάμο της μ’ έναν πρίγκιπα ο οποίος την έχει ερωτευθεί.
Από τις παλαιότερες γνωστές λογοτεχνικές αποδόσεις του θέματος είναι μία κινεζική του 9ου μ.Χ. αιώνα. Η πιο γνωστή εκδοχή του παραμυθιού βρίσκεται στη συλλογή του γάλλου συγγραφέα Σαρλ Περό «Contes de ma mere I’oye» («Ιστορίες της μάνας μου της χήνας», 1697).
Η Σταχτοπούτα του Ντίσνεϊ (1950)
Ορισμένα στοιχεία της εκδοχής του Περό, όπως η νεράιδα-νονά της Σταχτοπούτας, δεν αποτελούν τυπικά στοιχεία του μύθου. Συνήθως, σε άλλες παραλλαγές, ο υπερφυσικός παράγοντας είναι η νεκρή μητέρα της ή ένα ζώο. Επινόηση του Περό είναι επίσης το γυάλινο γοβάκι, το οποίο χρησιμοποιεί ο πρίγκιπας για ν’ αναγνωρίσει τη Σταχτοπούτα. Σ’ άλλες παραλλαγές, στη δοκιμασία της αναγνώρισης χρησιμοποιείται χρυσό ή ασημένιο γοβάκι, ή ένα δαχτυλίδι.
Το παραμύθι του Περό ενέπνευσε επίσης πολλούς μουσουργούς, χορογράφους και σκηνοθέτες. Πιο γνωστά έργα στο χώρο της μουσικής είναι η όπερα του Τζοακίνο Ροσίνι «La Cenerentola» (πρεμιέρα 25 Ιανουαρίου 1817 στη Ρώμη) και το μπαλέτο «H Σταχτοπούτα» («Soluschka ή Cinderella») του Σεργκέι Προκόφιεφ (πρεμιέρα 21 Νοεμβρίου 1945 στο Θέατρο Μπολσόι της Μόσχας).
Στον κινηματογράφο, πρώτος ο γάλλος πιονιέρος του σινεμά Ζορζ Μελιές μετέφερε το παραμύθι στην εκδοχή του Περό σ’ ένα εξάλεπτο φιλμάκι, που πρωτοπροβλήθηκε τον Οκτώβριο του 1899 στο Παρίσι.
Κλασική στο χώρο του κινουμένου σχεδίου θεωρείται η «Σταχτοπούτα» («Cinderella») του Γουόλτ Ντίσνεϊ (4 Μαρτίου 1950 η έξοδός της στις αίθουσες), στην οποία στηρίχτηκε η ομώνυμη ταινία του Κένεθ Μπράνα, η οποία έκανε πρεμιέρα στις 13 Φεβρουαρίου 2015 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.



















