Μένει λοιπόν να δούμε αν η Τουρκία του Ερντογάν θα ακολουθήσει το παράδειγμα της Τουρκίας του Ετζεβίτ που το 1974 εισέβαλε στην Κύπρο και της Τουρκίας της Τανσού Τσιλέρ με τα Ιμια το 1996, όταν η χώρα αντιμετώπιζε ανάλογες οικονομικές κρίσεις. Σήμερα όμως τίθεται το ερώτημα αν εξακολουθούν να ισχύουν απέναντι στην Τουρκία οι θετικές διαθέσεις του διεθνούς παράγοντα που ίσχυαν τότε. Αν εξαιρέσουμε φυσικά το πρόσφατο παράδειγμα της Ισπανίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε τη φανερά αρνητική στάση του Τζο Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν και την απόφασή του να μην τον καλέσει στη Διάσκεψη για τη Δημοκρατία, που οργανώνει διαδικτυακά στην Ουάσιγκτον στις 10 Δεκεμβρίου, με την παρουσία 110 χωρών. Και αυτό λόγω των γνωστών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία. Ενώ μένει επίσης να δούμε ποια θα είναι η στάση της νέας γερμανικής κυβέρνησης, μετά την αποχώρηση της Ανγκελα Μέρκελ και την παρουσία των Πρασίνων στο υπουργείο Εξωτερικών.
Το πιθανότερο όμως είναι ότι δεν θα πρέπει να περιμένουμε θεαματικές αλλαγές, με δεδομένη τη γνωστή στάση των Φιλελευθέρων που κατέχουν το καίριο πόστο του υπουργείου Οικονομικών και την επιρροή της ισχυρής τουρκικής κοινότητας στη Γερμανία, που δίνει πάντα στον Ερντογάν τη δυνατότητα να παίζει εκβιαστικά το προσφυγικό χαρτί. Υπάρχει βέβαια η Γαλλία, η οποία έως σήμερα ήταν ο αδύναμος κρίκος του γαλλογερμανικού άξονα, αλλά τώρα ευελπιστεί σε μια νέα, πιο ισχυρή παρουσία, με τη στήριξη της Ιταλίας και τη δημιουργία ενός αντίστοιχου ιταλογαλλικού άξονα, μετά την υπογραφή προχθές της Συνθήκης του Κυρηναλίου. Μόνο που η Ιταλία αποτελεί και αυτή, όπως και η Ισπανία και η Γερμανία, προμηθευτή στρατιωτικού υλικού προς την Αγκυρα. Ολα λοιπόν παραμένουν ανοιχτά και το ερώτημα είναι αν και πότε θα κλείσουν.
Πηγή άρθρου και φωτογραφίας: in.gr


















