Το σχέδιο που διαμορφώνεται στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιφέρει σημαντικές αλλαγές, οι οποίες στοχεύουν στην προστασία των επενδυτών και την ενίσχυση της διαφάνειας. Ενας από τους βασικούς πυλώνες αυτών των αλλαγών είναι η υποχρέωση έκδοσης «λευκής βίβλου» για κάθε κρυπτονόμισμα, η οποία θα παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για την έκδοσή του, τη διαχείρισή του και τους σχετικούς κινδύνους. Χωρίς αυτήν, η δημόσια προσφορά κρυπτονομισμάτων θα απαγορεύεται ώστε να περιοριστούν φαινόμενα παραπλανητικών πρακτικών.
Οι εκδότες κρυπτονομισμάτων θα υποχρεούνται να τηρούν αυστηρά πρότυπα διαφάνειας και να διασφαλίζουν την ύπαρξη αποθεματικών κεφαλαίων, ικανών να καλύπτουν οικονομικά ανοίγματα. Παράλληλα, οι πάροχοι υπηρεσιών θα αξιολογούν τη συμβατότητα των κρυπτονομισμάτων με το επενδυτικό προφίλ κάθε χρήστη, ενώ οι κάτοχοι «μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος» θα έχουν το δικαίωμα εξαργύρωσης στην ονομαστική τους αξία. Τα μέτρα αυτά αποσκοπούν στη δημιουργία ενός ασφαλέστερου επενδυτικού περιβάλλοντος, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη στην αγορά.
Στο πλαίσιο των νέων ρυθμίσεων, οι εκδότες «μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία» θα υποχρεούνται να διατηρούν επαρκή ίδια κεφάλαια και αποθεματικά, τα οποία θα πρέπει να επενδύονται μόνο σε ασφαλή και ρευστοποιήσιμα μέσα. Παράλληλα, για να αποτραπούν φαινόμενα χειραγώγησης της αγοράς απαγορεύεται η χορήγηση τόκων που σχετίζονται με τη χρονική διάρκεια κατοχής αυτών των μαρκών. Οι πάροχοι υπηρεσιών θα οφείλουν, επίσης, να εξετάζουν αν τα κρυπτονομίσματα είναι κατάλληλα για τους εκάστοτε επενδυτές, λαμβάνοντας υπόψη το οικονομικό τους προφίλ και την ανοχή τους στον κίνδυνο.
Η φορολόγηση
Μία ακόμα σημαντική πτυχή του σχεδίου αφορά τη φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων, τα οποία αντιμετωπίζονται ως επενδυτικά προϊόντα. Στην Ελλάδα η φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων παραμένει ένα σύνθετο και ασαφές ζήτημα, καθώς δεν υπάρχει ξεκάθαρο νομοθετικό πλαίσιο που να ρυθμίζει πλήρως τη μεταχείρισή τους. Παρ’ όλα αυτά, οι φορολογικές αρχές θεωρούν τα κέρδη από κρυπτονομίσματα ως φορολογητέο εισόδημα με υποχρέωση των φορολογουμένων να τα δηλώνουν στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις. Για φυσικά πρόσωπα, τα κέρδη από πώληση κρυπτονομισμάτων λογίζονται ως υπεραξία από μεταβίβαση κεφαλαίου και φορολογούνται με συντελεστή 15%. Η υπεραξία υπολογίζεται από τη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και της τιμής κτήσης, συνυπολογίζοντας τις δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με την αγορά ή την πώληση. Σε περιπτώσεις πολλαπλών αγορών χρησιμοποιείται η μέση τιμή αγοράς ως βάση υπολογισμού. Για τα νομικά πρόσωπα, τα κέρδη από ρευστοποίηση κρυπτονομισμάτων ενσωματώνονται στα συνολικά κέρδη και φορολογούνται σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι στην Ελλάδα τα κρυπτονομίσματα συχνά δηλώνονται από ανέργους ή άτομα που επιθυμούν να καλύψουν τεκμήρια ή να δικαιολογήσουν αύξηση περιουσίας. Σήμερα, το Bitcoin θεωρείται κυρίως μέσο πληρωμής και όχι επενδυτικό προϊόν. Ως εκ τούτου, οι συναλλαγές του δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ, ενώ η φορολόγηση εισοδήματος από την κατοχή ή πώλησή του δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Για όσους διακρατούν Bitcoins ως περιουσιακό στοιχείο και αποκομίζουν κέρδη κατά την πώλησή τους δεν υπάρχει επίσημη φορολογική ρύθμιση.
Μικρομεσαίες
Παράλληλα με τη ρύθμιση της αγοράς κρυπτονομισμάτων, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει κίνητρα για την εισαγωγή μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο χρηματιστήριο. Στόχος της κυβέρνησης είναι η αναγέννηση του ελληνικού χρηματιστηρίου, το οποίο έχει απαξιωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, μέσα από τη δημιουργία ενός σύγχρονου και διαφανούς χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος που θα ενισχύσει τις επενδύσεις και θα στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με πληροφορίες, το νομοσχέδιο θα προβλέπει φορολογικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις που θα εισάγονται στο χρηματιστήριο όπως η υπεραπόσβεση των δαπανών εισαγωγής – ενδεχομένως στο διπλάσιο. Εξετάζεται επίσης η θέσπιση κινήτρων για τους επενδυτές που θα υποστηρίξουν δημόσιες εγγραφές εταιρειών που εισέρχονται στην Εναλλακτική Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών.


















